Ήταν αφάνταστος ο εκνευρισμός του καθώς τα κοκαλιάρικα πόδια του βυθίζονταν στη λεπτή άμμο. Ο δυνατός ήλιος χτυπούσε σαν σφυρί και η μαύρη του φορεσιά δεν βοηθούσε ούτε στο ελάχιστο. Ο προορισμός του ήταν ένα κοντινό χωριό και έλπιζε να φτάσει πιο γρήγορα από όσο διέταζαν οι μοίρες. Πριν το μεσημέρι ήταν εκεί, στο δεύτερο σπίτι πριν τη μεγάλη αλάνα. Το χωριό είχε ελάχιστες σκηνές και η δυσωδία ήταν αντιληπτή λίγα μέτρα πριν την υποτιθέμενη είσοδο.

Πέρασε μέσα από την πόρτα της σκηνής χωρίς να την κουνήσει ούτε στο ελάχιστο. Το μεγάλο του δρεπάνι εμφανίστηκε στον δεξί του ώμο. Η γυναίκα είχε αφήσει τα 4 παιδιά χάμω. Ο μικρός, για τον οποίο είχε έρθει, ήταν σε μια άκρη απομονωμένος. Τα άλλα τρία παιδιά ήξεραν ότι είχε έρθει, έκλεισαν τα μάτια τους και αγκαλιάστηκαν. Ο μικρός ήταν γυμνός και ίσα που ανάσαινε.

Είχε να φάει ήδη αρκετές εβδομάδες. Η μητέρα του έπρεπε να επιλέξει πού θα δώσει την ελάχιστη τροφή και εκείνος ήταν ολοφάνερα άρρωστος. Τα μάτια του ήταν κλειστά και μαύρα, και η κοιλιά του είχε πρηστεί. Ο συλλέκτης έπρεπε να κουνήσει μόνο για μια στιγμή τα κοκαλιάρικα δάχτυλά του, αλλά δίστασε όσο καμιά άλλη φορά. Ήταν τόσο άδικο να πάρει στη συλλογή του αυτή την ψυχή που δεν είχε προλάβει να χορτάσει ούτε μια φορά.

Έφυγε από τη σκηνή για να επιστρέψει λίγες στιγμές αργότερα. Μια σκύλα ήρθε από πίσω του. Οι θηλές της έσταζαν γάλα. Τα άλλα τρία παιδιά ούρλιαξαν φοβισμένα. Η σκύλα έγλειψε το πρόσωπο του μικρού και έσκυψε για να βάλει το βυζί της στο στόμα του. Εκείνος, με τις λιγοστές του δυνάμεις, άρχισε να πίνει.

Πέρασε αρκετή ώρα μέχρι να φάει, και η σκύλα έβγαζε όσο γάλα χρειαζόταν. Όταν πια χόρτασε, άνοιξε τα μάτια του, σηκώθηκε και ακολούθησε τον συλλέκτη.