Είχε καιρό να δει τη Λίζα να τρέχει με τέτοιο ενθουσιασμό. Τα αυτιά της ανέμιζαν με χάρη και η μουσούδα της προσπαθούσε να βρει όλες τις μυρωδιές. Πόσο θαύμαζε τούτο το κυνηγόσκυλο που παρόλα τα χρονάκια του ήταν ακόμα δραστήριο. Ο κυρ-Θόδωρας είχε αποσυρθεί από το κυνήγι χρόνια τώρα, αλλά συνέχιζε να πηγαίνει μερικά πρωινά που τα πόδια του του το επέτρεπαν. Ήθελε να μυρίσει τη φύση και να νιώσει ξανά νέος, όταν θα καθόταν σε εκείνη τη δική του ξεχωριστή πέτρα καθώς θα ανέβαινε ο ήλιος και θα μασουλούσε αργά το μισοφράτζολο σάντουιτς του.

Το θραύσμα ταξίδευε περίπου 10 δισεκατομμύρια χρόνια μέσα στο αχανές και άδειο σύμπαν. Κομμάτι από ένα μεγαλύτερο μέρος τεχνολογίας ενός αρχαίου πολιτισμού από την άλλη άκρη του σύμπαντος, τώρα βρισκόταν πίσω από μια κοινή γήινη πέτρα. Θα το έβρισκε ένα κυνηγόσκυλο και με το γάβγισμά του θα καλούσε το αφεντικό του.

«Μα τι φωνάζεις τώρα;» μουρμούρισε. Τύλιξε το μισό σάντουιτς και, βάζοντας δύναμη με τις παλάμες του στα γόνατά του, κίνησε προς το μέρος της. «Καλά, έχεις παλαβώσει μωρή; Γαβγίζεις σε μια πέτρα;» της είπε, και εκείνη έστριψε το κεφάλι της από απορία. Έσκυψε και πήρε στο χέρι του το θραύσμα. Θα μπορούσε να γίνει ένα ωραίο κόσμημα, σκέφτηκε.

Το θραύσμα, με την επαφή με τον χειριστή, ενεργοποιήθηκε. Αποτελούμενο από δισεκατομμύρια μικρομηχανές άψογα συγχρονισμένες, μπορούσε πια να παράγει έργο κατάλληλο προς το αφεντικό τους. Ο κυρ-Θόδωρας έκατσε στον βράχο του. Η μαύρη πέτρα έμοιαζε με οψιδιανό αλλά έκανε περίεργους ιριδισμούς. Ξετύλιξε πάλι το σάντουιτς του και τρώγοντας ξεκίνησε να το παίζει στα δάχτυλά του, παρατηρώντας τα χρώματα που άλλαζαν σαν καλειδοσκόπιο. Η Λίζα στεκόταν προσοχή μπροστά του, παρατηρώντας μια το σάντουιτς, μια το θραύσμα.

Η παραγωγή είχε ξεκινήσει για τα καλά. Οι μηχανές, που ήταν προγραμματισμένες για παραγωγή ενέργειας, τη συσσώρευαν αδιάκοπα από την περιφερειακή βαρύτητα και τη διοχέτευαν στους κατανεμημένους εγκεφάλους. Εργάτες στον εξωτερικό φλοιό είχαν από τα πρώτα μικροδευτερόλεπτα πάρει δείγμα από τη σύσταση του χειριστή και μόλις τελείωσαν την ανάλυσή τους. Προς μεγάλη του απογοήτευση, έδειχνε να είχε πέσει σε έναν εναρκτήριο πλανήτη και ο χειριστής του ήταν ένα θηλαστικό πρώιμου σταδίου. Οι πιθανότητές του να συνεχίσει το ταξίδι του ήταν ελάχιστες, αλλά έπρεπε να κάνει ό,τι καλύτερο μπορούσε.

Ο κυρ-Θόδωρας είχε απορροφηθεί στους ιριδισμούς, ώσπου άκουσε μια ελαφριά φωνή μέσα από την πέτρα. Του έλεγε να μη φοβάται και πως σιγά σιγά θα του εξηγήσει τι συμβαίνει. Η πέτρα δεν είχε στόμα, μα από πού να βγαίνει λαλιά, σκέφτηκε. Το θραύσμα είχε κάνει μια αλυσίδα από τα δάχτυλά του μέσα από τις φλέβες στον εγκέφαλο του θηλαστικού. Έτσι μπορούσε να διαβάσει τις αναμνήσεις, να ελέγξει τα άκρα του και να του στείλει κάτι που θα το αντιλαμβανόταν ως φωνή. Θα μπορούσε να το κάνει υποχείριό του σε μερικά δέκατα του δευτερολέπτου, αλλά του το απαγόρευε ο προγραμματισμός του. Το θηλαστικό φαινόταν να έχει ενσυναίσθηση δεύτερου βαθμού και έτσι ήταν υποχρεωμένο να επικοινωνήσει τις προθέσεις του.

Ο διάλογος μεταξύ τους διήρκεσε ένα ή δυο λεπτά. Στην αντίληψη του κυρ-Θόδωρα όμως, ήταν ώρες. Συζήτησαν για τον κόσμο, για την ύπαρξή τους και για μεγάλες φιλοσοφικές ιδέες. Κάθε δέκατο του δευτερολέπτου μάθαινε κάτι καινούριο. Άρχισε να αντιλαμβάνεται την ανάπτυξη νόησης που του πρόσφερε η πέτρα. Είχε ιδέες που η ανθρωπότητα χρειάστηκε χιλιάδες χρόνια να ανακαλύψει. Τότε άρχισε να ρωτάει πληροφορίες...